Βιταμίνη D: Κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή βιταμίνη!!!! Δ. Καρόκης

Η βιταμίνη D είναι μια λιποδιαλυτή βιταμίνη η οποία συντίθεται στον οργανισμό μας κυρίως μέσω της επίδρασης της υπεριώδους ακτινοβολίας του ήλιου στο δέρμα μας, γιαυτό και είναι γνωστή ως «βιταμίνη του ήλιου», αλλά προσλαμβάνεται σε πολύ μικρότερη ποσότητα και από την κατανάλωση ορισμένων τροφών, με κύριο ρόλο τη σωστή ανάπτυξη των οστών μας και την προαγωγή της υγείας του σκελετού μας.

Τα τελευταία όμως χρόνια πλήθος επιστημονικών μελετών υπογραμμίζουν το σημαντικότατο ρόλο της βιταμίνης D στη συνολική υγεία του οργανισμού, καθώς έχει καταγραφεί πως βοηθά στην καλύτερη λειτουργία του ανοσοποιητικού, στον έλεγχο του σακχάρου αλλά και στην πρόληψη άλλων σοβαρών παθήσεων όπως διαφόρων μορφών καρκίνου, σκλήρυνσης κατά πλάκας, ψυχιατρικών νόσων, υπέρτασης, καθώς και άλλων ασθενειών. Κάθε χρόνο ο αριθμός των μελετών και δημοσιεύσεων που σχετίζονται με τη βιταμίνη D αυξάνεται, και ανακαλύπτονται συνεχώς νέες δράσεις της. Σήμερα πλέον η βιταμίνη D θεωρείται ορμόνη και όχι απλή βιταμίνη και είναι ένας πολύτιμος σύμμαχος υγείας για όλες τις ηλικίες.

Ποιά είναι η δράση της βιταμίνης D;

Η βιταμίνη D είναι μια λιποδιαλυτή βιταμίνη απαραίτητη για την υγεία των οστών και των δοντιών. Προάγει την απορρόφηση του ασβεστίου και του φωσφόρου από το έντερο και την εναπόθεσή τους στα οστά (επιμετάλλωση). Είναι ιδιαίτερα σημαντική κατά τη νηπιακή και παιδική ηλικία, καθώς συμβάλλει στη σωστή και υγιή σκελετική ανάπτυξη και τη σωστή λειτουργία των μυών. Συμβάλλει στην εύρυθμη λειτουργία του ανοσοποιητικού και νευρικού συστήματος και βοηθά στην πρόληψη διαφόρων χρόνιων και αυτοάνοσων νοσημάτων.

Οι βασικές μορφές βιταμίνης D είναι η D2 (εργοκαλσιφερόλη) και η D3 (χοληκαλσιφερόλη), που περιέχονται σε λίγες τροφές μόνο (λιπαρά ψάρια, γάλα, αυγά, συκώτι κ.ά.).

Το μεγαλύτερο ποσοστό βιταμίνης D που απαιτείται καθημερινά σχηματίζεται στο δέρμα. Κατά την έκθεσή μας στον ήλιο, η 7-διυδροχοληστερόλη μετατρέπεται, υπό την επίδραση της υπεριώδους ακτινοβολίας, σε βιταμίνη D3 (χοληκαλσιφερόλη).

Στη συνέχεια, η D3 υφίσταται δύο διαδοχικές ενζυμικές μετατροπές (υδροξυλιώσεις), μία αρχικά στο ήπαρ, όπου μετατρέπεται σε καλσιδιόλη (25(OH)D3), και έπειτα στους νεφρούς, όπου μετατρέπεται σε καλσιτριόλη (1,25(OH)D3), τη δραστική μορφή της βιταμίνης D.

Η καλσιτριόλη λειτουργεί στον οργανισμό ως στεροειδής ορμόνη και δρα σε διάφορους ιστούς, όπως το έντερο, τους νεφρούς, τα οστά, την καρδιά, τους μύες, τον εγκέφαλο, τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, ρυθμίζοντας την έκκριση άλλων ουσιών, ενώ ελέγχει, άμεσα ή έμμεσα, τη λειτουργία περισσότερων από 2000 γονιδίων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που είναι υπεύθυνα για τη ρύθμιση του κυτταρικού πολλαπλασιασμού, της κυτταρικής διαφοροποίησης, της απόπτωσης (δηλαδή του αυτόματου κυτταρικού θανάτου) και της αγγειογένεσης.

Πέρα από τη δράση της στο μυοσκελετικό, η βιταμίνη D φαίνεται να έχει ρόλο στην προστασία από διάφορες ασθένειες, όπως στη μείωση του κινδύνου σκλήρυνσης κατά πλάκας, στη μείωση του κινδύνου καρδιοπάθειας και στη μείωση του κιν-δύνου εκδήλωσης των συμπτωμάτων της γρίπης και των αναπνευστικών λοιμώξεων γενικότερα.

 

Ποια είναι τα φυσιολογικά επίπεδα βιταμίνης D στον οργανισμό;

 

Γενικά, δεν υπάρχει μία διεθνής ομοφωνία όσον αφορά στα όρια μεταξύ έλλειψης, ανεπάρκειας και επάρκειας βιταμίνης D. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα δεδομένα από διάφορες επιστημονικές εταιρείες, άτομα με συγκέντρωση βιταμίνης D κάτω από 20 ng/ml παρουσιάζουν έλλειψη βιταμίνης D, ανεπάρκεια όταν η συγκέντρωση κυμαίνεται από 21-29 ng/ml, ενώ συγκέντρωση πάνω από 30 ng/ml θεωρείται επαρκής ποσότητα που καλύπτει τις ημερήσιες ανάγκες υγιών ατόμων, για γερά οστά και γενικότερα βέλτιστη υγεία. Επίπεδα μεταξύ 30 και 40 ng/ml θεωρούνται το ιδανικό εύρος, ενώ επίπεδα πάνω από 50 ng/ml μπορεί να προκαλέσουν βλαπτικές επιδράσεις.

Ποια προβλήματα υγείας μπορεί να προκαλέσει η έλλειψη βιταμίνης D;

Οι σοβαρότερες επιπλοκές της έλλειψης βιταμίνης D είναι: χαμηλά επίπεδα ασβε-στίου και φωσφόρου στο αίμα, η εγκατάσταση ραχίτιδας στα παιδιά (μια πάθηση που οδηγεί σε παραμόρφωση των οστών και καθυστέρηση της ανάπτυξης), η ανά-πτυξη οστεομαλακίας (διαταραχή που οδηγεί σε λέπτυνση των οστών) και οστεοπό-ρωσης στους ενήλικες, αυξημένη συχνότητα πτώσεων και συνοδών καταγμάτων, ιδίως στους ηλικιωμένους.

Αν και απαιτούνται περισσότερες μελέτες για να επιβεβαιωθούν οι σχετικές ενδεί-ξεις, η έλλειψη βιταμίνης D έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο σκλήρυνσης κατά πλάκας, σακχαρώδη διαβήτη (τόσο τύπου 1 όσο και τύπου 2), διαφόρων μορφών καρκίνου (ειδικά του εντέρου), καρδιακής νόσου, ψυχιατρικών νόσων και αυτοάνο-σων νοσημάτων.

Όσον αφορά τη συμτωματολογία της έλλειψης βιταμίνης D δεν υπάρχουν ξεκάθαρα και ειδικά ενοχλήματα, ενώ αρκετοί ασθενείς είναι ασυμπτωματικοί ακόμα και σε σημαντική έλλειψη. Τα συνηθέστερα συμπτώματα που περιγράφονται είναι κόπωση, γενικευμένη μυική αδυναμία, κράμπες, πόνος στις αρθρώσεις, αδυναμία συγκέντρωσης, κεφαλαλγίες.

Από ποιες πηγές προσλαμβάνουμε Βιταμίνη D;

O οργανισμός προσλαμβάνει τη βιταμίνη D κυρίως μέσω της σύνθεσής της στο δέρμα μας με την επίδραση της υπεριώδους ηλιακής ακτινοβολίας. Ο χρόνος έκθεσης στην ηλιακή ακτινοβολία που απαιτείται για τη σύνθεση των απαραίτητων ποσοτήτων βιταμίνης D εξαρτάται από την ηλικία, το χρώμα του δέρματος και από τα τυχόν υποκείμενα προβλήματα υγείας.

Η άλλη λιγότερο σημαντική πηγή βιταμίνης D είναι η πρόσληψη μέσω των τροφών. Λίγες τροφές είναι πλούσιες σε βιταμίνη D και αυτές είναι ορισμένα «λιπαρά»

ψάρια (όπως ο σολομός, το σκουμπρί, ο τόνος, ο μπακαλιάρος, η πέστροφα, οι σαρδέλες), το μουρουνέλαιο, τα αυγά και το βοδινό συκώτι.

Πώς καλύπτουμε τις καθημερινές μας ανάγκες;

Καθημερινά χρειαζόμαστε 400 μονάδες βιταμίνης D. Έχει φανεί ότι περίπου το 90% της βιταμίνης D που χρειαζόμαστε το παίρνουμε από τον ήλιο. Πώς; Η υπεριώδης ακτινοβολία διασπά τη χοληστερίνη που βρίσκεται στο δέρμα και έτσι συντίθεται η βιταμίνη D. Έχει μάλιστα υπολογιστεί ότι 20 λεπτά καθημερινής έκθεσης στον ήλιο (των άνω άκρων και του προσώπου) είναι αρκετά για να πάρουμε την ποσότητα που χρειαζόμαστε. Το υπόλοιπο 10% της βιταμίνης D που έχουμε ανάγκη το παίρνουμε από τις τροφές (γαλακτοκομικά, αυγά και λιπαρά ψάρια). Επομένως, είναι προφανές ότι η σημαντικότερη πηγή βιταμίνης D είναι ο ήλιος και η διατροφή λειτουργεί επικουρικά. Γιατί όμως δεν φτάνει η διατροφή; Επειδή οι ποσότητές της που βρίσκονται στα διάφορα τρόφιμα είναι μάλλον περιορισμένες. Έτσι, αν δεν μας έβλεπε καθόλου ο ήλιος, για να πάρουμε τη δόση βιταμίνης D που χρειαζόμαστε καθημερινά, θα έπρεπε να φάμε 20 αυγά ή 7,5 λίτρα γάλα ή 2 πιάτα σαρδέλες. Και όπως είναι προφανές, κάτι τέτοιο είναι μάλλον αδύνατο.

 

Πού οφείλεται η έλλειψη ή η ανεπάρκεια της βιταμίνης D;

Παρά την ικανότητα του οργανισμού να συνθέτει βιταμίνη D, ο σύγχρονος τρόπος ζωής (κλειστοί χώροι εργασίας, χρόνια χρήση αντηλιακών, ατμοσφαιρική ρύπανση, μειωμένη παραμονή στην ύπαιθρο, συνήθειες ένδυσης κ.ά.) έχει σαν αποτέλεσμα την περιορισμένη έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία, που μπορεί να οδηγήσει σε ανεπάρκεια ή έλλειψη βιταμίνης D.

Η έλλειψη σε βιταμίνη D μπορεί να οφείλεται επίσης σε ανεπαρκή πρόσληψή της μέσω της διατροφής, δυσαπορρόφηση της βιταμίνης από το έντερο (λόγω γαστρεντερικών ασθενειών, χειρουργεία bypass κ.ά.), παθολογικές καταστάσεις, όπως ηπατική δυσλειτουργία και χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, καθώς και σε διάφορες κληρονομικές ή επίκτητες ασθένειες. Επιπλέον, η παχυσαρκία, η αυξημένη μελανίνη στο δέρμα, η ηλικία, καθώς και ορισμένα φάρμακα αποτελούν παράγοντες που συμβάλλουν στην ανεπάρκεια ή έλλειψη βιταμίνης D.

Πού οφείλεται η συχνή έλλειψη ή ανεπάρκεια της βιταμίνης D στον ελληνικό πληθυσμό;

Τα τελευταία χρόνια, με την ανακάλυψη της πολυσχιδούς δράσης και σημασίας της βιταμίνης D, έχει γίνει πολύ συχνότερη η εξέταση των επιπέδων της, κάτι που δεν συνέβαινε παλιότερα. Με έκπληξη λοιπόν, οι επιστημονικές μελέτες και η εμπειρία δείχνουν ότι παρ’ ότι ζούμε σε μια ηλιόλουστη χώρα, αντί για πλεόνασμα, έχουμε μάλλον έλλειμμα της βιταμίνης αυτής! Η ανεπάρκεια βιταμίνης D αφορά όλες τις ηλικίες στην Ελλάδα, αλλά τα ποσοστά ανεβαίνουν πολύ στους μεγαλύτερους: Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, περίπου το 60% των Ελλήνων άνω των 65 ετών έχουν ανεπάρκεια βιταμίνης D. Το ίδιο συμβαίνει, σύμφωνα με μελέτες, και σε άλλες μεσογειακές χώρες, αλλά και χώρες της μέσης Ανατολής.

Γιατί άραγε να συμβαίνει αυτό; Κάποια πιθανά αίτια είναι:

Στη Μεσόγειο υπάρχουν άνθρωποι με πιο σκούρο δέρμα από ό,τι στη βόρεια Ευρώπη, οπότε η σύνθεση της βιταμίνης D από τον ήλιο στο δέρμα δυσχεραίνεται λόγω της μελανίνης. - Γενικά, αν και έχουμε ηλιοφάνεια αρκετούς μήνες το χρόνο, το περισσότερο διάστημα έχουμε καλυμμένα τα χέρια μας -το σημείο του σώματος όπου συντίθεται η βιταμίνη D- με ρούχα. - Τα τελευταία χρόνια αποφεύγουμε τελείως τον ήλιο, επειδή φοβόμαστε τον καρκίνο του δέρματος. Μάλιστα, σύμφωνα με πρόσφατη ελληνική μελέτη σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, το 28,6% των γυναικών αυτών εκτίθενται στον ήλιο λιγότερο από 20 λεπτά την ημέρα και αυτές οι γυναίκες έχουν στατιστικά μεγαλύτερο κίνδυνο για οστεοπορωτικό κάταγμα. - Χρησιμοποιούμε αντιηλιακά με πολύ υψηλό δείκτη προστασίας, που εμποδίζουν τη σύνθεση της βιταμίνης D στο δέρμα. - Η μόλυνση της ατμόσφαιρας στις μεγάλες πόλεις όπου κινούμαστε καθημερινά εμποδίζει την ηλιακή ακτινοβολία να φτάσει τελικά στο δέρμα μας. - Oι άνθρωποι μετά τα 70 τους χρόνια παρουσιάζουν μείωση της ικανότητας παραγωγής της βιταμίνης D στο δέρμα κατά 30%. - Στις μεσογειακές χώρες δεν καταναλώνουμε τόσο τις λιπαρές τροφές που περιέχουν βιταμίνη D, αφού το κύριο λίπος της διατροφής μας είναι το ελαιόλαδο, που δεν μας δίνει βιταμίνη D. - Τέλος, ίσως να υπάρχει και μια γενετική προδιάθεση σε ορισμένους ανθρώπους που εμποδίζει τη σύνθεση επαρκούς ποσότητας βιταμίνης D.

Ποιες είναι οι καθημερινές ανάγκες σε βιταμίνη D;

Η ελάχιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση, που χρειάζεται προληπτικά ώστε να μην εμφανιστεί έλλειψη βιταμίνης D, ανέρχεται στα 400 IU για βρέφη έως 12 μηνών, στα 600 IU για παιδιά (1-13 ετών), εφήβους (14-18), ενήλικες (έως 70 ετών), έγκυες και θηλάζουσες, ενώ για ηλικιωμένους άνω των 70 ετών έχουμε αύξηση των αναγκών σε 800 IU. Σε κάθε περίπτωση, για να αυξηθεί η συγκέντρωση της 25(OH)D3 στον ορό του αίματος πάνω από 30 ng/ml, σε περιπτώσεις έλλειψης ή ανεπάρκειας, απαιτούνται σαφώς υψηλότερες δοσολογίες βιταμίνης D, ανάλογα με την επιστημονική κρίση και τις οδηγίες του θεράποντα ιατρού.

Κατά τα τελευταία χρόνια, η ζήτηση για βιταμίνη D βαίνει συνεχώς αυξανόμενη, λόγω της τεράστιας σημασίας της για την υγεία μας, αλλά και την αυξημένη ασφάλειά της σε σχέση με ό,τι πιστευόταν παλαιότερα, καθώς πλέον χρησιμοποιούμε και δόσεις ακόμα και μέχρι 5000-8000 ΙU/ημέρα, σε περιπτώσεις βαριάς έλλειψης και για περιορισμένο χρονικό διάστημα, χωρίς να παρατηρούνται συμπτώματα τοξικότητας. Τέτοιες δόσεις βέβαια πρέπει να δίνονται μόνο με ιατρική οδηγία και παρακολούθηση. Είναι απαραίτητο επίσης να τονιστεί εδώ ότι η επαρκής πρόσληψη βιταμίνης D και ασβεστίου είναι απαραίτητο συνοδό συμπλήρωμα κάθε θεραπευτικής αγωγής για την οστεοπόρωση.

Συμπερασματικά…

Η βιταμίνη D είναι μια βιταμίνη-ορμόνη απαραίτητη για τη σωστή ανάπτυξη των οστών, την εύρυθμη λειτουργία του μυοσκελετικού αλλά και άλλων συστημάτων του οργανισμού, την πρόληψη της οστεοπόρωσης, την αποφυγή διαφόρων

παθήσεων. Όσο κι αν φοβόμαστε τον ήλιο, η καθημερινή έκθεση για 15-20’ (εκτός των ωρών της μέγιστης ηλιακής ακτινοβολίας, 11 πμ - 4 μμ) είναι αρκετή για τη διατήρηση επαρκών επιπέδων βιταμίνης D, ενώ κατά τους χειμερινούς μήνες ίσως χρειάζεται η λήψη συμπληρωματικής δόσης σκευασμάτων βιταμίνης D, ανάλογα με τα αποτελέσματα των εξετάσεων και τις οδηγίες του γιατρού.

Δημήτρης Καρόκης

Ρευματολόγος